«Μια βραδιά μου χάρισες», της Νατάσας Ρ.

Έρωτας πανσέληνος. Η προσμονή του γεννά αστείρευτη ενέργεια. Ο ερχομός του την καταβροχθίζει. Δεν έχει τάξη ούτε τακτική. Μόνο κύκλους κάνει  γύρω του. Μικρούς, λευκούς, σύντομους κύκλους. Έτρεμε στη σκέψη της με κάθε φεγγάρι. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να καθρεφτίζεται στις φράσεις της δίχως να τον στοιχειώνει η αμφιβολία της ψευδαίσθησης. Πράγμα αδύνατον.

Με ταξιδεύεις με χάδια μάγισσας

Με προκαλείς με ύφος πριγκηπέσας


Μια βραδιά μου χάρισες

κι όλα τα χάδια ζήτησαν ν’ ανθίσουν.

Μια βραδιά τους έφτανε

το διάφανο κορμί σου να στολίσουν.


Με κοροϊδεύεις, σκορπάς σαν σύννεφο

Με νοσταλγείς,  απλώνεις τη σκιά σου


Μια βραδιά μου χάρισες

κι όλα τα χάδια ζήτησαν ν’ ανθίσουν.

Μια βραδιά τους έφτανε

το διάφανο κορμί σου να στολίσουν.


Στον ουρανό σου θα τάξω όνειρα

για να σε δω στα χάδια στολισμένη.


Και τη βραδιά μας θα κρύψω μέσα μου

ό,τι ποθώ εκείνη ν’ ανασταίνει.

 

 

 

«Lucky» – μια διαφορετική πρόταση από το Θέατρο του Πανικού

Μια διαφορετική καλλιτεχνική πρόταση μας φέρνει για το Μάρτιο, το θέατρο του Πανικού. Οι πληροφορίες που ακολουθούν προέρχονται από την ιστοσελίδα της θεατρικής ομάδας στο http://theatrotoupanikou.gr/egkatastasi-performance-lucky. Το blog εύχεται καλή επιτυχία.

Lucky

Lucky

Χώρος: Booze Cooperativa
Παραστάσεις: από 1η Μαρτίου, κάθε Παρασκευή και Σάββατο.
Ώρα: 21:00
Διάρκεια: 50′
Εισιτήρια: 7 ευρώ

Το Θέατρο του Πανικού παρουσιάζει την εγκατάσταση-performance «Lucky», βασισμένη στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό».

Μία ηθοποιός, οκτώ video artists, μία mc και ένας ζωγράφος–διαφορετικός κάθε βράδυ– συναντιούνται το Μάρτιο στο υπόγειο του Booze Cooperativa (ΚΡΥΠΤΗ) κάτω από ένα δέντρο.

Λίγα λόγια για το Lucky:

Στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό», ο Lucky είναι ένας  δούλος, ένας αχθοφόρος που κουβαλάει αιώνια τις αμαρτίες της εξουσίας.

Καθημερινά εκτελεί διαταγές χωρίς καμία αντίρρηση. Τυχερός κι  απελευθερωμένος από κάθε πρωτοβουλία, παραμένει σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια του έργου μέχρι τη στιγμή που του επιτρέπεται να εκφέρει γνώμη, ή μάλλον του επιβάλλεται. Αυτή τη φορά καλείται να εκτελέσει μια νέα διαταγή. Να σκεφτεί.

Τελικά οι σκέψεις του δεν ηχούν και τόσο δικές του: ένα ορμητικό συνονθύλευμα από φιλοσοφικές, κοινωνικές, θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις, έννοιες πομπώδεις και ρηχές, λέξεις άνευρες που αρνούνται να μπουν σε «λογική» σειρά.

Η αυτοματοποίηση, αλλόκοτη και ταυτόχρονα τόσο οικεία, τον κυριεύει ολοκληρωτικά. Ακούει χωρίς να αφομοιώνει. Αποκρίνεται χωρίς να επεξεργάζεται. Πληροφορείται, αλλά ποτέ δε γνωρίζει.

Δέσμιος της ημιμάθειας, μοιραία αντιμέτωπος με το Χάος και τον αποκλεισμό του από την Ιστορία. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Στεφανία Μαρμαγγέλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Λία Καράμπελα-Γιώργος Μερτζιάνης

Επιμέλεια έκθεσης: Λένα Θεοδωροπούλου

Χορογραφία: Στέλλα Φωτιάδη

Κοστούμια: Λίζα Καρατζά

Φωτισμοί: Λύσανδρος Σπετσιέρης

Μουσική: YoXoy

Σχεδιασμός ήχου: Μιχάλης Βαλάσογλου

Ήχος: Νίκος Καμπανής

Μακιγιάζ: Αγάθη Παπαμανώλη

Κατασκευή Δέντρου: Τάσος Παπαβασιλείου

 

Παίζουν: Στεφανία Μαρμαγγέλου / Mc: Ad-libia /

Video artists: Αγγελική Μαλακασιώτη, Έφη Μαστοροδήμου, Ελένη Μπουμπάρη, Ομάδα Gras (Ξένια Αλεξίου, Ηλεκτρα Μαντζουρίδου Γκούμα, Λία Καράμπελα), Αλεξάνδρα Παπαγιάννη, Δέσπω Ποτάμου /

Ζωγράφοι-street artists: Λίζα Καρατζά, Λία Κουτελιέρη, Αγγελική Λόη, Ζωή Πυρίνη, Βάσω Τζούτη Hlooper, Έλσα Στουρμ

«Ο φίλος μου ο χρόνος», της Νατάσας Ρ.

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ

– Να μιλήσω;

– Ελεύθερα.

– Να μιλήσω ελεύθερα, λοιπόν.

– Από τ’ αγαπημένα μου κομμάτια…

– Α, και μουσική! Ακόμη καλύτερα!

Θα μιλήσω για το φίλο μου το χρόνο.

 Θα του  άρεσε αυτή μελωδία, είμαι σίγουρη.

Έχω μάθει πια τα γούστα του, τόσον καιρό που τον έχω πλάι μου ξαπλωμένο. Ναι, ούτε που κουνάει.. έχει γίνει τετράπαχος, άσχημος, δυσκίνητος. «Για  σένα το κάνω» μου λέει «για το καλό σου. Για κοιτάξου στο γυαλί…θα σουν έτσι φρέσκια και νόστιμη αν έκανα εγώ τη δουλειά μου;»

Δεν σου χω πει για τις προτιμήσεις του…το μόνο που μου ζητάει είναι να τον ταΐζω στο στόμα..όλα μασημένα…όλα στο στόμα . Κι εκείνος μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη να με κοιτάζει λοξά.

Ξέρω τι σκέφτεται..τι περιμένει. Γιατί κι εκείνος περιμένει, μη νομίζεις.. Τώρα έχει και τη μουσική υπόκρουση.

Ο φίλος μου ο χρόνος.

Εκείνος διατάζει . Ακόμη και το πράσινο φωτάκι για ό,τι κάνω, εκείνος το ρυθμίζει για πόσο θα ανάβει. Πότε το κρατάει σταθερό πότε το τρεμοπαίζει…με κοροϊδεύει.

Του κρατάω όμως κι εγώ μυστικά, αλήθεια σου λέω! έμαθα τον τρόπο! Το μόνο κακό είναι πως με κάθε μυστικό που μου επιτρέπει να χρησιμοποιώ, ζητάει ανταλλάγματα…

Μια ρυτίδα, ένα πονάκι, ψιλοπράγματα…

Ακόμη δεν του χω πει την τελευταία μου ανακάλυψη.

Εγώ γράφω, γιατί εκείνος δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει… του χα πει τόσες φορές να του μάθω, όταν δεν είχα τι να κάνω, αλλά βαριόταν… κι αυτός βαριέται… έτσι και καταλάβει πως τον ξεγελάω, αλίμονο μου.

Λοιπόν, δεν ξέρει πως θα μου αρκούσαν μόνο μερικά λεπτά για να σου γράψω ό,τι θα ήθελα να μάθεις.

Δεν ξέρει πως θα μου αρκούσαν μόνο μερικές ώρες για να σου δείξω ό,τι επιθυμώ.

Ίσως κάποτε και να το κάνω. Αν το ήξερε θα μου κανε τη ζωή δύσκολη. Ζηλεύει παθολογικά. Σε κούρασα;

– Ποτέ. Συνέχισε.

– Κάποτε ταξίδευα με το αεροπλάνο. Μεγάλη διαδρομή. Ούτε ένα βιβλίο δεν είχα πάρει μαζί μου, έστω να προσποιούμαι πως διαβάζω.

Ώρες που δεν έμοιαζαν ατελείωτες, αφού τον είχα δίπλα μου… μισοξαπλωμένο κι ευχαριστημένο που ήμασταν μόνοι σε τόσο μικρό χώρο. Ο χρόνος πάντα ακολουθεί το ρυθμό μου, ακόμη κι όταν πετάμε.

Δίπλα δίπλα, ο καθένας ν’ απαγγέλλει νοερά το δικό του μονόλογο.

Δεν ανυπομονούμε να φτάσουμε στον προορισμό μας,

αφού συνωμοτήσαμε από καιρό για τη ματαίωση της παράστασης.

( μέχρι να στρίψω ένα τσιγάρο, πες μου αν είσαι εκεί, γιατί ξεχάστηκα… κι αν θέλεις να συνεχίσω)

– Πάντα εδώ. .. δεν θέλω να διακόψω.

– Στα μισά της πτήσης και με την αλλαγή της ώρας είμαι ήδη μισοζαλισμένη και δεν μπορώ καλά καλά να θυμηθώ το λόγο που κλείστηκα εδώ μέσα με όλες τις φυλές του

κόσμου παρέα.

Ψέματα λέω..και βέβαια θυμάμαι. Έρχομαι να βρω εσένα.

Πάνω που μου περιέγραφε ο χρόνος τι έχει στο νου του να κάνει με την καινούρια μουσική που τον ενθουσίασε, πλησιάζει ένας ηλικιωμένος άντρας και κάθεται ανάμεσά μας.

Ήρεμο πρόσωπο, λευκά μαλλιά κατάμαυρα φρύδια που σχεδόν του κρύβουν τα μάτια, αλλά καταφέρνω να διακρίνω τόση γνώση μέσα τους που μοιάζουν να με περιγελούν.

Και σαν ματαιόδοξη πινελιά, ένα μικρό γενάκι στολίζει το πιγούνι του. Δε με νοιάζει αν φαίνομαι αδιάκριτη που τον παρατηρώ.

Λοιπόν… κρατάει ένα βιβλίο, μα έχω την αίσθηση πως δεν το χει ανοίξει ποτέ του.

Στα πόδια του παρατημένο ένα περιοδικό για τους λάτρεις των αυτοκινήτων  νομίζω. Μοιάζει να το άφησε εκεί κάποιο άλλο χέρι.

Η μόνη κίνηση που προδίδει την πρόθεση του να μου μιλήσει, είναι μια μικρή κλίση του κεφαλιού του προς το μέρος μου.

«Θα μοιραστείτε μαζί μου το μυστικό;» ακούω τη βαθιά καθησυχαστική φωνή του.

«Πολύ φοβάμαι πως εκτιμήσατε λάθος», του απαντώ λες και συνεχίζουμε κάποια μισοτελειωμένη κουβέντα που διέκοψε η αεροσυνοδός.

«Κι όμως, είμαι σχεδόν βέβαιος πως  δεν κάνω λάθος. Το μόνο που σας ζητώ είναι να  διαλύσετε μια μικρή αμφιβολία που αιωρείται ενοχλητικά στο νου μου και μ αναγκάζει να χρησιμοποιώ αυτήν την ανούσια ανόητη

λέξη, «σχεδόν»», λέει κι ακουμπά το βιβλίο στο διπλανό κάθισμα.

Μ’ αυτήν την κίνηση υπογραμμίζει και το αυτονόητο της κουβέντας μας.

Κρατώ το βλέμμα μου πάνω στο βιβλίο του και ανταποκρίνομαι  μονολογώντας.

«Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση δεν είναι και απαραίτητα χρήσιμη. Να λοιπόν η δική μου ανούσια ,ανόητη λέξη, «χρήσιμο». Βάλτε τη πλάι στη δική σας… «σχεδόν χρήσιμο»».

«Τις έχουμε διαγράψει», συμφωνεί μ’ ένα χαμόγελο

«Λάτρης των αυτοκίνητων; » τον ρωτώ.

Το βλέμμα του καρφωμένο στο δικό μου.

«Λάτρης των φάρων», δηλώνει.

Ο χρόνος δίπλα μου σταματά το λίκνισμά του ξαφνιασμένος.

Η σκέψη μου για να συνεχίσει να λειτουργεί επιλέγει την ανυπαρξία αυτού του ανθρώπου.

«Τον γέννησε η φαντασία σου» μου λέει «τον συντηρεί η μοναξιά σου».

Θα ήμουν πρόθυμη να πειστώ, αν δεν ένιωθα την παλάμη του να ψηλαφίζει τα σημάδια στον καρπό του αριστερού μου χεριού, να μου τον κυκλώνει, και σταθερά χωρίς πίεση τα δάχτυλα του να επιβραδύνουν το σφυγμό του.

Όταν βεβαιώθηκε πως η ανάσα μου έχει βρει ρυθμό, ελευθέρωσε το χέρι μου και απομάκρυνε το δικό του μ’ ένα καθησυχαστικό χτύπημα στην παλάμη μου.

«Πιστεύεις;» με ρωτάει.

Προτίμησα τη σιωπή.

«Δε μιλάς» μου λέει, « η ανευθυνότητα της νιότης.»

«Δεν είμαι και τόσο νέα», λέω απότομα καταφεύγοντας στο γνώριμο μονοπάτι της άμυνας. Αυτός είναι και ο λόγος νομίζω, που τον κάνει να στραφεί και να ξαναπάρει το βιβλίο στα χεριά του, μα συνεχίζει να μου μιλάει και για λίγο δεν καταλαβαίνω αν διαβάζει ή αν απευθύνεται σε μένα.

Σε μένα μιλάει… σε μένα.

« Όμως επιβιώνεις χρησιμοποιώντας τη φαντασία σου, έτσι δεν είναι; Νέος είσαι όσο δεν κουβαλάς φορτία, ούτε καν τις εμπειρίες σου… όπως εσύ..δεν κουβαλάς τίποτα.

Κανένα ίχνος του περάσματος σου. Καμιά αφοσίωση στο παρόν. Κανένας φόβος. Κανένα μεγαλόφωνο αλλά ούτε και καλυμμένο ίχνος θανάτου.»

– Ακούς τι μου λέει; να τον διώξω;

-Όχι.

– Με κάνει να κλαίω… να τον διώξω;

«Δεν τόλμησες να πάρεις αγκαλιά ένα δέντρο, ούτε την πλάτη σου έχεις ακουμπήσει ποτέ πάνω του.

Δεν πλησίασες ούτε έναν φάρο.

Εσύ… που θα περνούσες τη ζωή σου μέσα του.

Οι φάροι…

Αλήθεια, ποιο είναι τ’ όνομα του αυτήν τη φορά;

– Δεν μπορώ…

«……. ψελλίζω.»

«Μα τι φαντάστηκες καλή μου;

Οι φάροι δεν ψάχνουν να σε σώσουν. Απλά στέκονται και φωτίζουν. Λες πως μεγάλωσες μα διακρίνω πλάι σου το χρόνο να σου κρατάει συντροφιά ευχαριστημένος με τη μασημένη τροφή που του δίνεις.

Πήγαινε..

Συνέχισε το ταξίδι της μοναξιάς σου, που το βάφτισες «ελευθερία».

Στ’  ανοιχτά δεν έχεις φόβο να χτυπήσεις… πήγαινε.

Κι άσε μου την ευχαρίστηση ν’ απολαύσω το τέλος του βιβλίου.

Το δικό σου βραδυφλεγές τέλος.»

Σηκώνομαι απότομα.

Θέλω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου.

Διασχίζω το διάδρομο και  παρατηρώ τον κόσμο που κοιμάται.

Είναι γλυκός ο ύπνος όταν τον ακουμπάς στα χέρια κάποιου άλλου, ας είναι κι ο πιλότος.

Όταν επιστρέφω, διαπιστώνω  χωρίς καμιά έκπληξη

πως εκείνος δεν είναι πια εκεί.

Κανείς δεν είναι.

Έχω χάσει την αίσθηση και του χρόνου και του συνταξιδιώτη μου.

( Είσαι ακόμη εδώ;)

– Εδώ.

– Σε σένα ήθελα να μιλήσω… όχι έτσι… κανονικά μόνο.

Η μουσική το προκάλεσε.  Αν σου άρεσε να σαι περήφανος για τη μουσική σου. Αυτό μόνο.

-Μου είπες τόσα πολλά…

 

Ν.Ρ.