Η Ελλάδα της Τρόικα

Είναι άτοπο και «ασύμφορο» πλέον, εν έτει 2013 να είναι κανείς οπαδός της κινδυνολογίας, του πανικού και της γκρίνιας.  ‘Αλλωστε η ψυχραιμία είναι διαχρονικό και πολύτιμο όπλο. Όμως μερικά πράγματα, όσο και αν είσαι εχθρός της τηλεόρασης, των παραθύρων και του κάθε λογής Αυτιά, σε βάζουν σε σκοτεινές σκέψεις. Ειδικότερα, όταν μεγαλώνεις αλλά και διδάσκεις παιδιά σε μια χώρα που πλέον διώχνει εν ψυχρώ τα παιδιά της.

Εδώ και χρόνια έχω βγάλει την τηλεόραση από τη ζωή μου, εσκεμμένα. Ενημερώνομαι μόνο από συγκεκριμένες ελληνικές και βρετανικές ιστοσελίδες και άκρως επιλεκτικά και καχύποπτα. Τελευταία λοιπόν η Ελλάδα έχει γίνει πρώτη είδηση όχι μόνο λόγω της εφαρμογής των μνημονίων, αλλά κυρίως λόγω των παρενεργειών που αυτά προκάλεσαν.

Μια 13χρονη «έφυγε» προσπαθώντας με την άνεργη μητέρα της να ζεσταθούν με μαγγάλι. Οι γιατροί του ΙΚΑ απολύονται, οι συνάδελφοι σε Μετσόβιο και Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι ήδη απολυμένοι, όπως και η εκπαιδευτικός που έπιασε στο Κολλέγιο Αθηνών τον υιό Σαμαρά να αντιγράφει. Η Χρυσή Αυγή ζει και βασιλεύει, παρόλες τις δολοφονίες. Τα ελληνικά Πανεπιστήμια ασθμένουν, χωρίς καθηγητές, χωρίς διοικητικό προσωπικό, χωρίς όραμα, όταν ακόμη και τώρα κρατούν πολύ ψηλά τον πήχη, διακρίνονται παγκοσμίως, και οι καθηγητές τους, όσοι απέμειναν, έχουν να παρουσιάσουν άκρως αξιόλογο ακαδημαϊκό υλικό.  Ταξιδεύοντας, δόξα τω θεώ αρκετά, μπορώ να συγκρίνω καταστάσεις με άλλες χώρες. Η Σκωτία, περνά και αυτή το δικό της «recession», που όμως δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα. Οι Σκωτσέζοι έχουν πολλά κοινά με εμάς τους Έλληνες, όμως ζουν κάτω από την ασπίδα ενός κράτους πρόνοιας, έννοιας για τον πολίτη. Δεν έγιναν παρανάλωμα καμίας Τρόικας και παρόλα τα προβλήματά τους, αντέχουν να μπουν σε δημοψήφισμα το Σεπτέμβρη του 2014 για την πλήρη απόσχισή τους από το Ηνωμένο Βασίλειο. Εμείς; Who has got the balls?

Σύμφωνα με έρευνα του καθηγητή Οικονομικής Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στη Θεσσαλονίκη, Λόη Λαμπριανίδη, από το 2008 έως το 2011, 139.000 Έλληνες απόφοιτοι ζήτησαν την τύχη τους αλλού. Μέχρι σήμερα, ο αριθμός φυσικά έχει υπερδιπλασιαστεί. Επομένως, η συγκυβέρνηση Σαμαρά και λοιπών, όταν μιλά για ανάπτυξη, εννοεί με συνταξιούχους, οι οποίοι σε ένα μεγάλο ποσοστό έχουν περάσει στα όρια της φτώχειας. Μερικές φορές σκέφτομαι, πως αντέχουμε ακόμη γιατί απλά είμαστε Έλληνες. Και σαν τέτοιοι έχουμε μάθει στα δύσκολα. Όταν όμως βλέπω στο μετρό του Λονδίνου το παρακάτω, σκέφτομαι: να χαμογελάσω ή να κλάψω;

London metro

 

Advertisements

The right to Human Rights

How does a person understand Human Rights? Seems an easy question, but it’s not. Given as a question in a postgraduate course in Inclusive Education, offered me the stimulus to search my mind to find out how I perceive it. It was some food for thought in other words. Huge bibliography, millions of webpages, tons of ink, but how each one understands this question is quite subjective.

Well, my views could go with the relevant Greek Law and the Universal Declaration for Human Rights, a document born in 1948 from the flames of WWII.
In a nutshell, the Greek legislation, a country which can boast about its democratic background, states that all people are equal against law, have the same rights as much as responsibilities, the right to develop their personality free (most important point for me), and participate in the social, financial and political life of the country. It would be tiring to present more details. The way I receive it, from the moment all people are equal, I expect that every individual should consider the rest equal, behave like this and respect like this. As a result, people who may experience any kind of difficulty or impairment, should be treated at least equally and be given all the necessary support for this. I cannot imagine anyone excluded from this right. Even in prison, a criminal has the same rights as the rest. You cannot deprive them of the right to have food or a proper accommodation. Unfortunately, not everyone shares this, so different kinds of exclusion, from racism to the elimination of a child facing a long-term illness in a small society (for instance their school) are common. I suppose, we, as teachers and students who wish to expand their knowledge on Inclusive Education, should be pioneers to the opposite direction, eliminators of exclusion. Easy as it may seem in theory, it may raise issues and obstacles in practice. The support provided, from medical to technical, the facilities in public places or means of transportation, even the language we use may contain terms that could make a human feel they are not equal. The point is to work more on this direction, in order to facilitate the life of individuals who have been facing disabilities or learning difficulties, build up their confidence and persuade them they are not alone, they are equal, useful and integrated members of the society.

Lisa Fittipaldi

Lisa Fittipaldi

Picture: Lisa is a visually impaired internationally admired painter, who not only learned to paint after losing her sight, but she wrote a book about it. Her inspiring use of color and her ability to tell which color she is using only by feeling the texture of the paint are just two remarkable features of her story.

Ένας χρόνος kakoblogger

Το να κρατάς ζωντανό ένα blog δεν είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο. Πόσο μάλλον όταν δεν σε ενδιαφέρει τόσο πόσοι θα το δουν, αλλά ποιοί και πόσο ποιοτικό θα είναι το περιεχόμενό του. Το kakoblogger ξεκίνησε πέρυσι τέτοια μέρα και παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, μάλλον τα κατάφερε. Στη διαδρομή έμαθε, κέρδισε πολλούς φίλους, σίγουρα έχασε μερικούς, αλλά ζει και είναι εδώ. Η διαδρομή αυτή έχτισε 15 κατηγορίες άρθρων, 90 περίπου καταχωρήσεις, σχόλια χρηστών, παρατηρήσεις φίλων και πολλές φορές ανέβασε τις ανησυχίες και τις σκέψεις των δικών του αναγνωστών. Βρέθηκε σε νησιά και πόλεις για να μεταφέρει ταξιδιωτικές εντυπώσεις, σε συναυλίες αλλά και σε πορείες διαμαρτυρίας. Πήγε σινεμά, διάβασε βιβλία, μοίρασε τρόφιμα και τις εμπειρίες των δημιουργών αλλά και των φίλων του, τις μετέφερε στην οθόνη, προσπαθώντας να κρατήσει μεστό και ειλικρινή λόγο. Το αποτέλεσμα ήταν να νιώσει 36000 κλικς στο ψηφιακό σώμα του, από 46 διαφορετικές χώρες. Και αν οι αριθμοί όπως αναφέρθηκε στην αρχή δεν είναι ο στόχος, είναι εν μέρει σημαντικοί για να σου δώσουν κουράγιο να συνεχίσεις. Θα είμαστε εδώ λοιπόν, προσπαθώντας να κάνουμε πιο γνωστή μια σκέψη, μια νέα προσπάθεια, ένα καλό φιλμ, ένα κακό κράτος. Και σε αυτή την πορεία, ελπίζουμε να συνεχίσουμε να σας έχουμε αρωγούς.

Οι δημιουργοί του blog.

Y.Γ.: το blog θα ήθελε να αφιερώσει τον ένα χρόνο ύπαρξής του σε ένα καλό φίλο που το στήριξε από την πρώτη μέρα και που όντας φιλόσοφος και μεγάλος δάσκαλος αποφάσισε να μας παρατηρεί από ψηλά. Στο Γιώργο Λαλαζήση, ο οποίος αν και έφυγε νωρίς, τα σχόλια αλλά και η ψυχή του βρίσκονται κάπου ανάμεσα στις γραμμές μας…

«Μια βραδιά μου χάρισες», της Νατάσας Ρ.

Έρωτας πανσέληνος. Η προσμονή του γεννά αστείρευτη ενέργεια. Ο ερχομός του την καταβροχθίζει. Δεν έχει τάξη ούτε τακτική. Μόνο κύκλους κάνει  γύρω του. Μικρούς, λευκούς, σύντομους κύκλους. Έτρεμε στη σκέψη της με κάθε φεγγάρι. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να καθρεφτίζεται στις φράσεις της δίχως να τον στοιχειώνει η αμφιβολία της ψευδαίσθησης. Πράγμα αδύνατον.

Με ταξιδεύεις με χάδια μάγισσας

Με προκαλείς με ύφος πριγκηπέσας


Μια βραδιά μου χάρισες

κι όλα τα χάδια ζήτησαν ν’ ανθίσουν.

Μια βραδιά τους έφτανε

το διάφανο κορμί σου να στολίσουν.


Με κοροϊδεύεις, σκορπάς σαν σύννεφο

Με νοσταλγείς,  απλώνεις τη σκιά σου


Μια βραδιά μου χάρισες

κι όλα τα χάδια ζήτησαν ν’ ανθίσουν.

Μια βραδιά τους έφτανε

το διάφανο κορμί σου να στολίσουν.


Στον ουρανό σου θα τάξω όνειρα

για να σε δω στα χάδια στολισμένη.


Και τη βραδιά μας θα κρύψω μέσα μου

ό,τι ποθώ εκείνη ν’ ανασταίνει.

 

 

 

«Ο φίλος μου ο χρόνος», της Νατάσας Ρ.

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ

– Να μιλήσω;

– Ελεύθερα.

– Να μιλήσω ελεύθερα, λοιπόν.

– Από τ’ αγαπημένα μου κομμάτια…

– Α, και μουσική! Ακόμη καλύτερα!

Θα μιλήσω για το φίλο μου το χρόνο.

 Θα του  άρεσε αυτή μελωδία, είμαι σίγουρη.

Έχω μάθει πια τα γούστα του, τόσον καιρό που τον έχω πλάι μου ξαπλωμένο. Ναι, ούτε που κουνάει.. έχει γίνει τετράπαχος, άσχημος, δυσκίνητος. «Για  σένα το κάνω» μου λέει «για το καλό σου. Για κοιτάξου στο γυαλί…θα σουν έτσι φρέσκια και νόστιμη αν έκανα εγώ τη δουλειά μου;»

Δεν σου χω πει για τις προτιμήσεις του…το μόνο που μου ζητάει είναι να τον ταΐζω στο στόμα..όλα μασημένα…όλα στο στόμα . Κι εκείνος μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη να με κοιτάζει λοξά.

Ξέρω τι σκέφτεται..τι περιμένει. Γιατί κι εκείνος περιμένει, μη νομίζεις.. Τώρα έχει και τη μουσική υπόκρουση.

Ο φίλος μου ο χρόνος.

Εκείνος διατάζει . Ακόμη και το πράσινο φωτάκι για ό,τι κάνω, εκείνος το ρυθμίζει για πόσο θα ανάβει. Πότε το κρατάει σταθερό πότε το τρεμοπαίζει…με κοροϊδεύει.

Του κρατάω όμως κι εγώ μυστικά, αλήθεια σου λέω! έμαθα τον τρόπο! Το μόνο κακό είναι πως με κάθε μυστικό που μου επιτρέπει να χρησιμοποιώ, ζητάει ανταλλάγματα…

Μια ρυτίδα, ένα πονάκι, ψιλοπράγματα…

Ακόμη δεν του χω πει την τελευταία μου ανακάλυψη.

Εγώ γράφω, γιατί εκείνος δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει… του χα πει τόσες φορές να του μάθω, όταν δεν είχα τι να κάνω, αλλά βαριόταν… κι αυτός βαριέται… έτσι και καταλάβει πως τον ξεγελάω, αλίμονο μου.

Λοιπόν, δεν ξέρει πως θα μου αρκούσαν μόνο μερικά λεπτά για να σου γράψω ό,τι θα ήθελα να μάθεις.

Δεν ξέρει πως θα μου αρκούσαν μόνο μερικές ώρες για να σου δείξω ό,τι επιθυμώ.

Ίσως κάποτε και να το κάνω. Αν το ήξερε θα μου κανε τη ζωή δύσκολη. Ζηλεύει παθολογικά. Σε κούρασα;

– Ποτέ. Συνέχισε.

– Κάποτε ταξίδευα με το αεροπλάνο. Μεγάλη διαδρομή. Ούτε ένα βιβλίο δεν είχα πάρει μαζί μου, έστω να προσποιούμαι πως διαβάζω.

Ώρες που δεν έμοιαζαν ατελείωτες, αφού τον είχα δίπλα μου… μισοξαπλωμένο κι ευχαριστημένο που ήμασταν μόνοι σε τόσο μικρό χώρο. Ο χρόνος πάντα ακολουθεί το ρυθμό μου, ακόμη κι όταν πετάμε.

Δίπλα δίπλα, ο καθένας ν’ απαγγέλλει νοερά το δικό του μονόλογο.

Δεν ανυπομονούμε να φτάσουμε στον προορισμό μας,

αφού συνωμοτήσαμε από καιρό για τη ματαίωση της παράστασης.

( μέχρι να στρίψω ένα τσιγάρο, πες μου αν είσαι εκεί, γιατί ξεχάστηκα… κι αν θέλεις να συνεχίσω)

– Πάντα εδώ. .. δεν θέλω να διακόψω.

– Στα μισά της πτήσης και με την αλλαγή της ώρας είμαι ήδη μισοζαλισμένη και δεν μπορώ καλά καλά να θυμηθώ το λόγο που κλείστηκα εδώ μέσα με όλες τις φυλές του

κόσμου παρέα.

Ψέματα λέω..και βέβαια θυμάμαι. Έρχομαι να βρω εσένα.

Πάνω που μου περιέγραφε ο χρόνος τι έχει στο νου του να κάνει με την καινούρια μουσική που τον ενθουσίασε, πλησιάζει ένας ηλικιωμένος άντρας και κάθεται ανάμεσά μας.

Ήρεμο πρόσωπο, λευκά μαλλιά κατάμαυρα φρύδια που σχεδόν του κρύβουν τα μάτια, αλλά καταφέρνω να διακρίνω τόση γνώση μέσα τους που μοιάζουν να με περιγελούν.

Και σαν ματαιόδοξη πινελιά, ένα μικρό γενάκι στολίζει το πιγούνι του. Δε με νοιάζει αν φαίνομαι αδιάκριτη που τον παρατηρώ.

Λοιπόν… κρατάει ένα βιβλίο, μα έχω την αίσθηση πως δεν το χει ανοίξει ποτέ του.

Στα πόδια του παρατημένο ένα περιοδικό για τους λάτρεις των αυτοκινήτων  νομίζω. Μοιάζει να το άφησε εκεί κάποιο άλλο χέρι.

Η μόνη κίνηση που προδίδει την πρόθεση του να μου μιλήσει, είναι μια μικρή κλίση του κεφαλιού του προς το μέρος μου.

«Θα μοιραστείτε μαζί μου το μυστικό;» ακούω τη βαθιά καθησυχαστική φωνή του.

«Πολύ φοβάμαι πως εκτιμήσατε λάθος», του απαντώ λες και συνεχίζουμε κάποια μισοτελειωμένη κουβέντα που διέκοψε η αεροσυνοδός.

«Κι όμως, είμαι σχεδόν βέβαιος πως  δεν κάνω λάθος. Το μόνο που σας ζητώ είναι να  διαλύσετε μια μικρή αμφιβολία που αιωρείται ενοχλητικά στο νου μου και μ αναγκάζει να χρησιμοποιώ αυτήν την ανούσια ανόητη

λέξη, «σχεδόν»», λέει κι ακουμπά το βιβλίο στο διπλανό κάθισμα.

Μ’ αυτήν την κίνηση υπογραμμίζει και το αυτονόητο της κουβέντας μας.

Κρατώ το βλέμμα μου πάνω στο βιβλίο του και ανταποκρίνομαι  μονολογώντας.

«Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση δεν είναι και απαραίτητα χρήσιμη. Να λοιπόν η δική μου ανούσια ,ανόητη λέξη, «χρήσιμο». Βάλτε τη πλάι στη δική σας… «σχεδόν χρήσιμο»».

«Τις έχουμε διαγράψει», συμφωνεί μ’ ένα χαμόγελο

«Λάτρης των αυτοκίνητων; » τον ρωτώ.

Το βλέμμα του καρφωμένο στο δικό μου.

«Λάτρης των φάρων», δηλώνει.

Ο χρόνος δίπλα μου σταματά το λίκνισμά του ξαφνιασμένος.

Η σκέψη μου για να συνεχίσει να λειτουργεί επιλέγει την ανυπαρξία αυτού του ανθρώπου.

«Τον γέννησε η φαντασία σου» μου λέει «τον συντηρεί η μοναξιά σου».

Θα ήμουν πρόθυμη να πειστώ, αν δεν ένιωθα την παλάμη του να ψηλαφίζει τα σημάδια στον καρπό του αριστερού μου χεριού, να μου τον κυκλώνει, και σταθερά χωρίς πίεση τα δάχτυλα του να επιβραδύνουν το σφυγμό του.

Όταν βεβαιώθηκε πως η ανάσα μου έχει βρει ρυθμό, ελευθέρωσε το χέρι μου και απομάκρυνε το δικό του μ’ ένα καθησυχαστικό χτύπημα στην παλάμη μου.

«Πιστεύεις;» με ρωτάει.

Προτίμησα τη σιωπή.

«Δε μιλάς» μου λέει, « η ανευθυνότητα της νιότης.»

«Δεν είμαι και τόσο νέα», λέω απότομα καταφεύγοντας στο γνώριμο μονοπάτι της άμυνας. Αυτός είναι και ο λόγος νομίζω, που τον κάνει να στραφεί και να ξαναπάρει το βιβλίο στα χεριά του, μα συνεχίζει να μου μιλάει και για λίγο δεν καταλαβαίνω αν διαβάζει ή αν απευθύνεται σε μένα.

Σε μένα μιλάει… σε μένα.

« Όμως επιβιώνεις χρησιμοποιώντας τη φαντασία σου, έτσι δεν είναι; Νέος είσαι όσο δεν κουβαλάς φορτία, ούτε καν τις εμπειρίες σου… όπως εσύ..δεν κουβαλάς τίποτα.

Κανένα ίχνος του περάσματος σου. Καμιά αφοσίωση στο παρόν. Κανένας φόβος. Κανένα μεγαλόφωνο αλλά ούτε και καλυμμένο ίχνος θανάτου.»

– Ακούς τι μου λέει; να τον διώξω;

-Όχι.

– Με κάνει να κλαίω… να τον διώξω;

«Δεν τόλμησες να πάρεις αγκαλιά ένα δέντρο, ούτε την πλάτη σου έχεις ακουμπήσει ποτέ πάνω του.

Δεν πλησίασες ούτε έναν φάρο.

Εσύ… που θα περνούσες τη ζωή σου μέσα του.

Οι φάροι…

Αλήθεια, ποιο είναι τ’ όνομα του αυτήν τη φορά;

– Δεν μπορώ…

«……. ψελλίζω.»

«Μα τι φαντάστηκες καλή μου;

Οι φάροι δεν ψάχνουν να σε σώσουν. Απλά στέκονται και φωτίζουν. Λες πως μεγάλωσες μα διακρίνω πλάι σου το χρόνο να σου κρατάει συντροφιά ευχαριστημένος με τη μασημένη τροφή που του δίνεις.

Πήγαινε..

Συνέχισε το ταξίδι της μοναξιάς σου, που το βάφτισες «ελευθερία».

Στ’  ανοιχτά δεν έχεις φόβο να χτυπήσεις… πήγαινε.

Κι άσε μου την ευχαρίστηση ν’ απολαύσω το τέλος του βιβλίου.

Το δικό σου βραδυφλεγές τέλος.»

Σηκώνομαι απότομα.

Θέλω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου.

Διασχίζω το διάδρομο και  παρατηρώ τον κόσμο που κοιμάται.

Είναι γλυκός ο ύπνος όταν τον ακουμπάς στα χέρια κάποιου άλλου, ας είναι κι ο πιλότος.

Όταν επιστρέφω, διαπιστώνω  χωρίς καμιά έκπληξη

πως εκείνος δεν είναι πια εκεί.

Κανείς δεν είναι.

Έχω χάσει την αίσθηση και του χρόνου και του συνταξιδιώτη μου.

( Είσαι ακόμη εδώ;)

– Εδώ.

– Σε σένα ήθελα να μιλήσω… όχι έτσι… κανονικά μόνο.

Η μουσική το προκάλεσε.  Αν σου άρεσε να σαι περήφανος για τη μουσική σου. Αυτό μόνο.

-Μου είπες τόσα πολλά…

 

Ν.Ρ.

«Χέρι άκρας ζωής», από τη Νατάσα Ρ.

Όχι δεν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, αλλά για τίτλο μερικών «χειμωνιάτικων» σκέψεων δια…χειρός Νατάσας.

 

ΧΕΡΙ ΑΚΡΑΣ ΖΩΗΣ

Οι γιατροί της είπαν να κρατά ζεστά τα χέρια της τους χειμώνες. Από τότε τα φυλακίζει σε γάντια. Και τα δυο. Εκείνο το βράδυ κάποιος ξένος άντρας την οδήγησε αθόρυβα σε μια παραλία που κλαψούριζε για τους χαμένους της καλοκαιρινούς εραστές όλο παράπονο.

Ο άντρας έκλεισε το κρύο και τα δάκρυα έξω από το αυτοκίνητο και της ζήτησε το χέρι. Όλη η οικογένεια παρούσα… η θάλασσα, ο άνεμος, μέχρι και το ψιλόβροχο που δεν τα πολυγουστάρει αυτά έκανε την εμφάνισή του κάποια στιγμή.

Θέλησε να τον αγγίξει… να δεσμευτεί και να τον ελευθερώσει. Έπρεπε να πετάξει το γάντι… και το έχασε.

Ένα βράδυ μετά, βάλθηκε να το ψάχνει στην πόλη. Εκεί που το αίμα χάνει την ορμή του και τα χέρια παγώνουν.

Τον βλέπει μπροστά της, να της κόβει το δρόμο στο τέλος του λιμανιού. Σταματούν πρόσωπο με πρόσωπο. Ακίνητοι κι οι δυο. Τα χέρια στις τσέπες. Μόνα. Γυμνά. Κάποια στιγμή της επιστρέφει το γάντι. Εκείνη το τσαλακώνει βιαστικά στην τσάντα της με την ελπίδα να παγώσουν μεμιάς όλες οι μορφές που τους προσπερνούν. Μόνο έτσι θα μπορούσε να τον κλείσει στα χέρια της.

Η επιθυμία τους ζητά καταφύγιο και την κρύβουν στην πιο κοινότυπη φράση. Συνεχίζουν να περπατούν αντίθετες και γνώριμες διαδρομές. Με τα μάτια κλειστά. Με το σώμα βαρύ. Με τα χέρια στις τσέπες. Ακόμη ζωντανά.

 

Ν.Ρ.

Εμείς… «οι άλλοι». Σκέψεις για τον…κακό μας εαυτό, από τη Νατάσα Ρ.

ΕΜΕΙΣ… « οι άλλοι »

ΤΑ ΑΤΟΜΑ

Σιχαίνομαι τις παροτρύνσεις του είδους «ξυπνήστε», «αντισταθείτε», «ερωτευτείτε», «υπομείνετε», «ελπίζετε», «γκρεμίστε», «δημιουργήστε».

Ξεχνώ τις στατιστικές για την ανεργία και την υπογεννητικότητα. Τις δυσοίωνες ή παραπλανητικές προβλέψεις.

Αδιαφορώ για τις γενικές, γλαφυρές περιγραφές της σύγχρονης πραγματικότητας. Κλείνω τ’ αυτιά στις δημοσιογραφικές προσεγγίσεις της μιζέριας μας.

Παρατηρώ το άτομο. Εμένα, εσένα, τον γνωστό, τον ξένο, τον φίλο, τον εχθρό.

ΟΙ ΣΚΙΕΣ

Μας βλέπω που παλεύουμε χρόνια τώρα να θάψουμε όποια ασχήμια νομίζουμε πως σέρνεται μέσα μας. Πριν την κρίση. Ν’ απαρνιόμαστε κομμάτια μας …τον ανήθικο, τον τρελό, ν’ αγνοούμε τον εγκληματία, τον διάβολο που παίζει με το μυαλό μας. Βλέπεις, δεν εναρμονίζονται με την υπάρχουσα τάξη και ηθική. Το αποτέλεσμα; Μέσα σε δύσκολες συνθήκες αβεβαιότητας, ανέχειας και φόβου, πολλές απ’ τις σκοτεινές αυτές φιγούρες της ψυχής μας, που με τόση επιμέλεια κρύβαμε ως τώρα,  παρασύρονται από το αγελαίο τους ένστικτο και μας οδηγούν να κουρνιάσουμε κάτω απ’ το ασφαλές πέπλο ακραίων  ομάδων, οργανώσεων, σωτήρων.

ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

Νάτοι  λοιπόν… Πήραν τη μορφή μας. Τώρα έχουν το πάνω χέρι όλοι οι πρώην εχθροί , όχι οι άλλοι, αλλά οι δικοί μας, που τόσο έξυπνα φροντίζαμε να τους καθρεφτίζουμε στους απέναντι. Αφού δεν  δεχτήκαμε την υπόστασή τους όταν είχαμε την ευκαιρία, αφού δεν τους δώσαμε μέσα μας τη θέση που συνειδητά έπρεπε εμείς να επιλέξουμε για κείνους, σήκωσαν κεφάλι.

ΕΜΕΙΣ

Να μαστε λοιπόν… συμπορευόμαστε με κάθε είδους ομάδες, ανώνυμες άρα ανεύθυνες, στολισμένοι με κάθε είδους λάβαρα και σύμβολα, κραυγάζοντας συνθήματα και κατάρες προς πάσα κατεύθυνση, έτσι ώστε να μη βρίσκουν ποτέ στόχο και την ίδια στιγμή  αναρωτιόμαστε

« μα πότε επιτέλους θα ξυπνήσει ο κόσμος; »

ΟΙ ΑΛΛΟΙ…

Ε, λοιπόν, οι άλλοι δε θα ξυπνήσουν ποτέ όσο εγώ κοιμάμαι  κοιμίζοντας τους «άλλους» μέσα μου.

Η αλλαγή είναι ατομική υπόθεση.